διανεμόμενα

διανέμω
in D.
pres part mp neut nom/voc/acc pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διανεμομένας — διανεμομένᾱς , διανέμω in D. pres part mp fem acc pl διανεμομένᾱς , διανέμω in D. pres part mp fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ρόγα — η / ῥόγα, ΝΜ (στο Βυζ.) α) το βασιλικό ταμείο β) τα φιλοδωρήματα τού αυτοκράτορα προς τους πολιτικούς και στρατιωτικούς άρχοντες, τους κρατικούς υπαλλήλους και τον λαό γ) ο στρατιωτικός μισθός τών ρογατόρων, δηλ. τών μισθοφόρων στρατιωτών δ) τα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.